κυκλοφοριακός
•
- που έχει σχέση με την κυκλοφορία (αυτοκινήτων, πεζών κ.λπ.) ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοκυκλοφοριακό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κυκλοφοριακός < κυκλοφορία + -ακός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κυκλοφοριακός | κυκλοφοριακή | κυκλοφοριακό |
| Γενική | κυκλοφοριακού | κυκλοφοριακής | κυκλοφοριακού |
| Αιτιατική | κυκλοφοριακό | κυκλοφοριακή | κυκλοφοριακό |
| Κλητική | κυκλοφοριακέ | κυκλοφοριακή | κυκλοφοριακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κυκλοφοριακοί | κυκλοφοριακές | κυκλοφοριακά |
| Γενική | κυκλοφοριακών | κυκλοφοριακών | κυκλοφοριακών |
| Αιτιατική | κυκλοφοριακούς | κυκλοφοριακές | κυκλοφοριακά |
| Κλητική | κυκλοφοριακοί | κυκλοφοριακές | κυκλοφοριακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →