Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κυκλοφοριακός

/ci.klo.fo.ri.a.ˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την κυκλοφορία (αυτοκινήτων, πεζών κ.λπ.) ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοκυκλοφοριακό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κυκλοφοριακός < κυκλοφορία + -ακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκυκλοφοριακόςκυκλοφοριακήκυκλοφοριακό
Γενικήκυκλοφοριακούκυκλοφοριακήςκυκλοφοριακού
Αιτιατικήκυκλοφοριακόκυκλοφοριακήκυκλοφοριακό
Κλητικήκυκλοφοριακέκυκλοφοριακήκυκλοφοριακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκυκλοφοριακοίκυκλοφοριακέςκυκλοφοριακά
Γενικήκυκλοφοριακώνκυκλοφοριακώνκυκλοφοριακών
Αιτιατικήκυκλοφοριακούςκυκλοφοριακέςκυκλοφοριακά
Κλητικήκυκλοφοριακοίκυκλοφοριακέςκυκλοφοριακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →