κυκλοφορία
•
- η μετακίνηση πεζών ή οχημάτων στις οδούς Βικιλεξικό
- η μετακίνηση κάποιων πραγμάτων (στερεών, υγρών ή αερίων) Βικιλεξικό
- η κυκλοφορία του αίματος
- η διακίνηση αγαθών ή προϊόντων Βικιλεξικό
- η διάδοση, η διασπορά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κυκλοφορία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κυκλοφορία < κύκλος + φέρω, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική circulation
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κυκλοφορία | κυκλοφορίες |
| Γενική | κυκλοφορίας | κυκλοφοριών |
| Αιτιατική | κυκλοφορία | κυκλοφορίες |
| Κλητική | κυκλοφορία | κυκλοφορίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →