κυκλοφορικός
•
- ανατομίασχετικός με την κυκλοφορία του αίματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κυκλοφορικός < ελληνιστική κοινή κυκλοφορικός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική circulatoire)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κυκλοφορικός | κυκλοφορική | κυκλοφορικό |
| Γενική | κυκλοφορικού | κυκλοφορικής | κυκλοφορικού |
| Αιτιατική | κυκλοφορικό | κυκλοφορική | κυκλοφορικό |
| Κλητική | κυκλοφορικέ | κυκλοφορική | κυκλοφορικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κυκλοφορικοί | κυκλοφορικές | κυκλοφορικά |
| Γενική | κυκλοφορικών | κυκλοφορικών | κυκλοφορικών |
| Αιτιατική | κυκλοφορικούς | κυκλοφορικές | κυκλοφορικά |
| Κλητική | κυκλοφορικοί | κυκλοφορικές | κυκλοφορικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →