Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κυκλοφορικός

/ci.klo.fo.ɾiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ανατομίασχετικός με την κυκλοφορία του αίματος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κυκλοφορικός < ελληνιστική κοινή κυκλοφορικός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική circulatoire)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκυκλοφορικόςκυκλοφορικήκυκλοφορικό
Γενικήκυκλοφορικούκυκλοφορικήςκυκλοφορικού
Αιτιατικήκυκλοφορικόκυκλοφορικήκυκλοφορικό
Κλητικήκυκλοφορικέκυκλοφορικήκυκλοφορικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκυκλοφορικοίκυκλοφορικέςκυκλοφορικά
Γενικήκυκλοφορικώνκυκλοφορικώνκυκλοφορικών
Αιτιατικήκυκλοφορικούςκυκλοφορικέςκυκλοφορικά
Κλητικήκυκλοφορικοίκυκλοφορικέςκυκλοφορικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →