κυκλοφορώ
•
- θέτω σε κυκλοφορία ή διαθέτω κάτι για αγορά ή πώληση Βικιλεξικό
- τίθεμαι ή βρίσκομαι σε κυκλοφορία Βικιλεξικό
- τυπώνω και δημοσιεύω, εκδίδω Βικιλεξικό
- τριγυρνάω περπατώντας ή οδηγώντας όχημα Βικιλεξικό
- Πονούσε από τα χτυπήματα στο σώμα, αλλά αυτός το παλτό σκεφτόταν, πως το έκανε μαντάρα, και πως θα έπρεπε να το πάει στο καθαριστήριο , που σημαίνει ότι για μέρες θα κυκλοφορούσε με το κρύο χωρίς πανωφόρι, μόνο με το σακάκι. Χώρια που δεν ήταν σίγουρος αν θα έβγαινε η λαδιά από τη φασολάδα. (Κοσμάς Ι Χαρπαντίδης, Τα δώρα του πανικού: μυθιστόρημα, εκδ. Κέδρος, 2006, σελ. 162)
Ετυμολογία
κυκλοφορώ < κυκλοφορ(ία) + -ώ (αναδρομικός σχηματισμός). Διαφορετικό το αρχαίο κυκλοφορέομαι (περιστρέφομαι).
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κυκλοφορώ | κυκλοφορείς | κυκλοφορεί | κυκλοφορούμε | κυκλοφορείτε | κυκλοφορούν / κυκλοφορούνε |
| Παρατατικός | κυκλοφορούσα | κυκλοφορούσες | κυκλοφορούσε | κυκλοφορούσαμε | κυκλοφορούσατε | κυκλοφορούσαν / κυκλοφορούσανε |
| Αόριστος | κυκλοφόρησα | κυκλοφόρησες | κυκλοφόρησε | κυκλοφορήσαμε | κυκλοφορήσατε | κυκλοφορήσαν / κυκλοφορήσανε / κυκλοφόρησαν |
| Μέλλοντας | θα κυκλοφορήσω / θα κυκλοφορώ | θα κυκλοφορήσεις / θα κυκλοφορείς | θα κυκλοφορήσει / θα κυκλοφορεί | θα κυκλοφορήσουμε / θα κυκλοφορούμε | θα κυκλοφορήσετε / θα κυκλοφορείτε | θα κυκλοφορήσουν / θα κυκλοφορήσουνε / θα κυκλοφορούν / θα κυκλοφορούνε |
| Παρακείμενος | έχω κυκλοφορήσει | έχεις κυκλοφορήσει | έχει κυκλοφορήσει | έχουμε κυκλοφορήσει | έχετε κυκλοφορήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κυκλοφορήσει | είχες κυκλοφορήσει | είχε κυκλοφορήσει | είχαμε κυκλοφορήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κυκλοφορήσει / να κυκλοφορήσω / να κυκλοφορώ | να έχεις κυκλοφορήσει / να κυκλοφορήσεις / να κυκλοφορείς | να έχει κυκλοφορήσει / να κυκλοφορήσει / να κυκλοφορεί | να έχουμε κυκλοφορήσει / να κυκλοφορήσουμε / να κυκλοφορούμε | να έχετε κυκλοφορήσει / να κυκλοφορήσετε / να κυκλοφορείτε | να κυκλοφορήσουν / να κυκλοφορήσουνε / να κυκλοφορούν / να κυκλοφορούνε |
| Προστακτική | — | έχε κυκλοφορημένο / κυκλοφόρησε | — | — | κυκλοφορήστε / κυκλοφορείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →