Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κυκλωνικός

/ci.klo.niˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. μετεωρολογίαπου έχει σχέση με κυκλώνα ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κυκλωνικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική cyclonic < cyclone < αρχαία ελληνική κυκλόω / κυκλῶ < κύκλος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκυκλωνικόςκυκλωνικήκυκλωνικό
Γενικήκυκλωνικούκυκλωνικήςκυκλωνικού
Αιτιατικήκυκλωνικόκυκλωνικήκυκλωνικό
Κλητικήκυκλωνικέκυκλωνικήκυκλωνικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκυκλωνικοίκυκλωνικέςκυκλωνικά
Γενικήκυκλωνικώνκυκλωνικώνκυκλωνικών
Αιτιατικήκυκλωνικούςκυκλωνικέςκυκλωνικά
Κλητικήκυκλωνικοίκυκλωνικέςκυκλωνικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →