κυκλωνικός
•
- μετεωρολογίαπου έχει σχέση με κυκλώνα ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κυκλωνικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική cyclonic < cyclone < αρχαία ελληνική κυκλόω / κυκλῶ < κύκλος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κυκλωνικός | κυκλωνική | κυκλωνικό |
| Γενική | κυκλωνικού | κυκλωνικής | κυκλωνικού |
| Αιτιατική | κυκλωνικό | κυκλωνική | κυκλωνικό |
| Κλητική | κυκλωνικέ | κυκλωνική | κυκλωνικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κυκλωνικοί | κυκλωνικές | κυκλωνικά |
| Γενική | κυκλωνικών | κυκλωνικών | κυκλωνικών |
| Αιτιατική | κυκλωνικούς | κυκλωνικές | κυκλωνικά |
| Κλητική | κυκλωνικοί | κυκλωνικές | κυκλωνικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →