κυκλωτικός
•
- που έχει σχέση με την κύκλωση / περικύκλωση, αναφέρεται ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κυκλωτικός < κύκλωση + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κυκλωτικός | κυκλωτική | κυκλωτικό |
| Γενική | κυκλωτικού | κυκλωτικής | κυκλωτικού |
| Αιτιατική | κυκλωτικό | κυκλωτική | κυκλωτικό |
| Κλητική | κυκλωτικέ | κυκλωτική | κυκλωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κυκλωτικοί | κυκλωτικές | κυκλωτικά |
| Γενική | κυκλωτικών | κυκλωτικών | κυκλωτικών |
| Αιτιατική | κυκλωτικούς | κυκλωτικές | κυκλωτικά |
| Κλητική | κυκλωτικοί | κυκλωτικές | κυκλωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →