Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κυκλωτικός

/ci.klo.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την κύκλωση / περικύκλωση, αναφέρεται ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κυκλωτικός < κύκλωση + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκυκλωτικόςκυκλωτικήκυκλωτικό
Γενικήκυκλωτικούκυκλωτικήςκυκλωτικού
Αιτιατικήκυκλωτικόκυκλωτικήκυκλωτικό
Κλητικήκυκλωτικέκυκλωτικήκυκλωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκυκλωτικοίκυκλωτικέςκυκλωτικά
Γενικήκυκλωτικώνκυκλωτικώνκυκλωτικών
Αιτιατικήκυκλωτικούςκυκλωτικέςκυκλωτικά
Κλητικήκυκλωτικοίκυκλωτικέςκυκλωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →