κυνηγάω
•
- προσπαθώ να εντοπίσω και να σκοτώσω ένα θήραμα Βικιλεξικό
- κυνηγούσα αγριογούρουνα πάνω στο βουνό
- καταδιώκω κάποιον, τρέχω για να τον πιάσω ή να τον προλάβω Βικιλεξικό
- κατατρέχω κάποιον Βικιλεξικό
- επιδιώκω κάτι Βικιλεξικό
- σε όλη του τη ζωή κυνηγούσε το χρήμα
Ετυμολογία
κυνηγάω < κυνηγ(ώ) + νεότερο επίθημα -άω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κυνηγῶ, συνηρημένος τύπος του κυνηγέω < κυνηγός < κύων + ἄγω (οδηγώ τα σκυλιά)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κυνηγάω / κυνηγώ | κυνηγάς | κυνηγά / κυνηγάει | κυνηγάμε / κυνηγούμε | κυνηγάτε | κυνηγάν / κυνηγάνε / κυνηγούν / κυνηγούνε |
| Παρατατικός | κυνήγαγα / κυνηγούσα | κυνήγαγες / κυνηγούσες | κυνήγαγε / κυνηγούσε | κυνηγάγαμε / κυνηγούσαμε | κυνηγάγατε / κυνηγούσατε | κυνήγαγαν / κυνηγάγανε / κυνηγούσαν / κυνηγούσανε |
| Αόριστος | κυνήγησα | κυνήγησες | κυνήγησε | κυνηγήσαμε | κυνηγήσατε | — |
| Μέλλοντας | θα κυνηγάω / θα κυνηγήσω / θα κυνηγώ | θα κυνηγάς / θα κυνηγήσεις | θα κυνηγά / θα κυνηγάει / θα κυνηγήσει | θα κυνηγάμε / θα κυνηγήσουμε / θα κυνηγούμε | θα κυνηγάτε / θα κυνηγήσετε | θα κυνηγάν / θα κυνηγάνε / θα κυνηγούν / θα κυνηγούνε |
| Υποτακτική | να κυνηγάω / να κυνηγήσω / να κυνηγώ | να κυνηγάς / να κυνηγήσεις | να κυνηγά / να κυνηγάει / να κυνηγήσει | να κυνηγάμε / να κυνηγήσουμε / να κυνηγούμε | να κυνηγάτε / να κυνηγήσετε | να κυνηγάν / να κυνηγάνε / να κυνηγούν / να κυνηγούνε |
| Προστακτική | — | κυνήγα / κυνήγαγε / κυνήγησε | — | — | κυνηγάτε / κυνηγήστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κυνηγήθηκακυνηγιέμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →