Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κωλοτούμπα

/ko.loˈtum.ba/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. τούμπα η οποία πραγματοποιείται με το κεφάλι προς τα κάτω και τα πόδια προς τα πάνω Βικιλεξικό
    • Αν κουράστηκες να ακούς τις φωνές της μάνας σου, επειδή αποχαυνώνεσαι παρακολουθώντας ανθρώπινα θηρία να παλεύουν μέσα σε ρινγκ... Αν θέλεις να καθησυχάσεις τον πατέρα σου, που ανησυχεί επειδή γουστάρεις να βλέπεις ιδρωμένους, βασταγερούς και σφίχτερ τύπους να κάνουν κωλοτούμπες... Αν θέλεις να βρεις τρόπο να απαντήσεις στον φίλο σου που σε απαξιώνει επειδή παρακολουθείς αυτό το ΨΕΜΑ… Τότε συνέχισε να διαβάζεις (Που είναι ο Σουγκλάκος οεο;, contra.gr, 7/4/2006 https://www.contra.gr/sports/poy-einai-o-soygklakos-oeo.6744747.html)
  2. μεταφορικάυπαναχώρηση από τις αρχικές απόψεις ή θέσεις, πλήρης μεταστροφή σε σχέση με όσα πριν υποστήριζε κάποιος Βικιλεξικό
  3. ειδικότεραγια τη σημασία όπως το 2015 στην ελληνική πολιτική Βικιλεξικό
    • αγγλικά kolotoumba, γερμανικά Kolotoumba

Ετυμολογία

κωλοτούμπα < κωλο- + τούμπα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκωλοτούμπακωλοτούμπες
Γενικήκωλοτούμπας—
Αιτιατικήκωλοτούμπακωλοτούμπες
Κλητικήκωλοτούμπακωλοτούμπες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →