τούμπα
•
- μικρό ύψωμα, μερικών μέτρων, που προέκυψε από συσσώρευση χωμάτων Βικιλεξικό
- Ξεκίνησαν οι ανασκαφές στην μεγάλη τούμπα.
- αναποδογύρισμα του σώματος Βικιλεξικό
- το αυτοκίνητο έκανε τρεις τούμπες, όμως οι επιβάτες δεν έπαθαν τίποτα!
- όλο τούμπες κάνει, παραξενεύομαι που δε ζαλίζεται!
- πλήρης περιστροφή οποιουδήποτε αντικειμένου Βικιλεξικό
- μουσικό όργανοπνευστό μουσικό όργανο, που καλύπτει τη βαθύτερη περιοχή στα χάλκινα πνευστά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τούμπα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τούμπα < λατινική tumba < αρχαία ελληνική τύμβος (αντιδάνειο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τούμπα | τούμπες |
| Γενική | τούμπας | — |
| Αιτιατική | τούμπα | τούμπες |
| Κλητική | τούμπα | τούμπες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →