Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κόμβος

/ˈkoɱ.vos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. σημείο συνάντησης ή συνένωσης Βικιλεξικό
  2. συγκοινωνίεςσημείο εκκίνησης ή συνάντησης συγκοινωνιακών γραμμών Βικιλεξικό
  3. φυσικήτο σημείο ενός κυκλώματος, στο οποίο συναντιούνται τουλάχιστον τρεις ρευματοφόροι αγωγοί Βικιλεξικό
  4. ναυτικός όροςμονάδα μέτρησης ταχύτητας πλοίου, ίση με ένα ναυτικό μίλι την ώρα. Επίσης, χρησιμοποιείται ως μονάδα μέτρησης και για τα αεροπλάνα Βικιλεξικό
  5. πληροφορική, (για σύστημα υπερκειμένων) η σελίδα (το ηλεκτρονικό έγγραφο) ή μέρος αυτής (ένα αυτοτελές κείμενο), που φέρει τους υπερσυνδέσμους (hyperlinks) Βικιλεξικό
  6. δίκτυο υπολογιστώνnode: υπολογιστής, άλλη συσκευή συνδεδεμένη σε δίκτυο ή ακόμη και ένα υποδίκτυο (πχ. ένα τοπικό ή οικιακό δίκτυο συνδεόμενο με παροχέα ίντερνετ - ISP), που οπωσδήποτε έχει τουλάχιστον μία διεύθυνση IP από όπου και ταυτοποιείται Βικιλεξικό
    • Μία πολύ σημαντική έννοια στον τομέα στον δικτύων, είναι αυτή του κόμβου. Κόμβοι (nodes) σε ένα δίκτυο, είναι οποιαδήποτε συσκευή η οποία είναι διασυνδεδεμένη σε αυτό και συμμετέχει στις διαδικασίες αποστολής, λήψης, αναμετάδοσης δεδομένων.
    • υπώνυμα: συσκευή δικτύου ή επικοινωνιακός κόμβος, ξένιος υπολογιστής (host)

Ετυμολογία

κόμβος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κόμβος "αγκράφα, ταινία" (που προφερόταν με [mb] όπως κόμπος) : για τις συγκοινωνίες: (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική noed (nœud) : για τον ναυτικό κόμβο: (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική knot

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκόμβοςκόμβοι
Γενικήκόμβουκόμβων
Αιτιατικήκόμβοκόμβους
Κλητικήκόμβεκόμβοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →