κόμπος
•
- το σημείο όπου διασταυρώνονται δύο τμήματα του ίδιου ή δύο διαφορετικών σχοινιών (ή άλλων νημάτων) και προκαλείται εξόγκωμα το οποίο σφίγγει αν τραβήξουμε τα δύο διαφορετικά τμήματα Βικιλεξικό
- εξόγκωμα που μοιάζει με κόμπο Βικιλεξικό
- για φυτάρόζος Βικιλεξικό
- η μεσαία άρθρωση δακτύλου Βικιλεξικό
- κυριολεκτικά& (μεταφορικά) δυσκολία στην κατάποση ή στην αναπνοή, κόμπιασμα Βικιλεξικό
- Ένιωσε έναν κόμπο στην καρδία, όταν έμαθε την είδηση του θανάτου του γιου της σε αυτοκινητιστικό ατύχημα.
- Μη μου μιλάς γι' αυτά που πρόκειται να γίνουν όσα φοβάμαι και να διώξω πολεμώ κι όσα μου πεις πως αγαπάς αυτά θα μείνουν να τα θυμάμαι μ' έναν κόμπο στο λαιμό
Ετυμολογία
κόμπος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κόμπος < ελληνιστική κοινή κόμβος (ταινία, αγκράφα) (προφορά: /ˈkom.bos/) Δε σχετίζεται ετυμολογικά το αρχαίο κόμπος (με άλλη προφορά: /kóm.pos/). Η προφορά του συμπλέγματος μπ ως [mb] αντί για [mp] είναι υστεροβυζαντινή και δεν απαντά ούτε στον μεσαίωνα.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κόμπος | κόμποι |
| Γενική | κόμπου | κόμπων |
| Αιτιατική | κόμπο | κόμπους |
| Κλητική | κόμπε | κόμποι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →