Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κύκλωμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του κυκλώνω, κύκλωση Βικιλεξικό
  2. μτφσύνολο ποικίλων διασυνδέσεων Βικιλεξικό
    • στον τόπο λειτουργούν διάφορα κυκλώματα

Ετυμολογία

κύκλωμα < αρχ. κύκλωμα < κυκλόω-ῶ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκύκλωμακυκλώματα
Γενικήκυκλώματοςκυκλωμάτων
Αιτιατικήκύκλωμακυκλώματα
Κλητικήκύκλωμακυκλώματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →