κύκλωμα
•
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του κυκλώνω, κύκλωση Βικιλεξικό
- μτφσύνολο ποικίλων διασυνδέσεων Βικιλεξικό
- στον τόπο λειτουργούν διάφορα κυκλώματα
Ετυμολογία
κύκλωμα < αρχ. κύκλωμα < κυκλόω-ῶ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κύκλωμα | κυκλώματα |
| Γενική | κυκλώματος | κυκλωμάτων |
| Αιτιατική | κύκλωμα | κυκλώματα |
| Κλητική | κύκλωμα | κυκλώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →