κώπη
•
- αρχαιοπρεπέςτο κουπί Βικιλεξικό
- Ἠκούοντο αἱ κῶπαι σχίζουσαι τὴν θάλασσαν, ἠκούετο καὶ τῶν σκαρμῶν ὁ γογγυσμὸς ὑπὸ της κώπης τὴν πίεσιν. (Δημήτριος Βικέλας, Λουκής Λάρας)
Ετυμολογία
κώπη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κώπη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κώπη | κώπες |
| Γενική | κώπης | κωπών |
| Αιτιατική | κώπη | κώπες |
| Κλητική | κώπη | κώπες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →