Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κώτικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την Κω, που ανήκει ή αναφέρεται στην Κω Βικιλεξικό
    • Εκτός από τον συρτό και τον μπάλο ιδιαίτερα αγαπητοί είναι ο κώτικος και η σούστα. (Εφημερίδα Το Βήμα, 24/1/1999)

Ετυμολογία

κώτικος < Κώτης + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκώτικοςκώτικηκώτικο
Γενικήκώτικουκώτικηςκώτικου
Αιτιατικήκώτικοκώτικηκώτικο
Κλητικήκώτικεκώτικηκώτικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκώτικοικώτικεςκώτικα
Γενικήκώτικωνκώτικωνκώτικων
Αιτιατικήκώτικουςκώτικεςκώτικα
Κλητικήκώτικοικώτικεςκώτικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →