λάκτισμα
•
- λόγιοη ενέργεια ή το αποτέλεσμα του λακτίζω Βικιλεξικό
- Ἐπέταξε, μὲ λάκτισμα τῶν ποδῶν πρὸς τὰ ὀπίσω, τὰς φθαρμένας ἐμβάδας, «τὰ παλιοκατσάρια της», καὶ ξυπόλητη ἀνερριχήθη ἐπάνω εἰς τὸν κρημνόν. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Η Φόνισσα, Κεφάλαιο ΙΣΤ, 1903)
Ετυμολογία
λάκτισμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική λάκτισμα < λακτίζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λάκτισμα | λακτίσματα |
| Γενική | λακτίσματος | λακτισμάτων |
| Αιτιατική | λάκτισμα | λακτίσματα |
| Κλητική | λάκτισμα | λακτίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →