λίγο
•
- λίγος, στην αιτιατική του ενικού του αρσενικού γένους. Βικιλεξικό
- λίγος, στην ονομαστική / αιτιατική / κλητική του ενικού του ουδετέρου γένους. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λίγο < λίγος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →