λαβώνω
•
- κυριολεκτικάπληγώνω, τραυματίζω, κυρίως τρυπάω με βέλος ή άλλο όπλο Βικιλεξικό
- 1821 Ἰάκωβος Δραγάτσης, Ἐτήσιον Ἡμερολόγιον τοῦ Ἔτους 1888, Ἀνέκδοτα ἱστορικὰ ἔγγραφα πρὸς τοὺς Ὑδραίους, τῇ 16 Μαΐου 1821
- μετοχή παθητικού παρακειμένου«λαβωμένος» τραυματίας, τραυματισμένος Βικιλεξικό
- 1898 Γεράσιμος Μαρκοράς, Μικρὰ Ταξείδια (1898), Ζωή, Ὁ Ἐρυθρὸς Σταυρός Στὴ δεσποινίδα Τοῦλα Κοσκινᾶ, χ.η.
- μεταφορικάσαγηνεύω ερωτικά, προκαλώ ερωτικό πάθος Βικιλεξικό
- Λαβώθηκε από τα βέλη του έρωτα.
- μεταφορικάπληγώνω συναισθηματικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λαβώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική λαβώνω. Συγχρονικά αναλύεται σε λαβ(ή) + -ώνω.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λαβώνω | λαβώνεις | λαβώνει | λαβώνουμε | λαβώνετε | λαβώνουν / λαβώνουνε |
| Παρατατικός | λάβωνα | λάβωνες | λάβωνε | λαβώναμε | λαβώνατε | λάβωναν / λαβώναν / λαβώνανε |
| Αόριστος | λάβωσα | λάβωσες | λάβωσε | λαβώσαμε | λαβώσατε | λάβωσαν / λαβώσαν / λαβώσανε |
| Μέλλοντας | θα λαβώνω / θα λαβώσω | θα λαβώνεις / θα λαβώσεις | θα λαβώνει / θα λαβώσει | θα λαβώνουμε / θα λαβώσουμε | θα λαβώνετε / θα λαβώσετε | θα λαβώνουν / θα λαβώνουνε / θα λαβώσουν / θα λαβώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω λαβώσει | έχεις λαβώσει | έχει λαβώσει | έχουμε λαβώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα λαβώσει | είχες λαβώσει | είχε λαβώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω λαβώσει / να λαβώνω / να λαβώσω | να έχεις λαβώσει / να λαβώνεις / να λαβώσεις | να έχει λαβώσει / να λαβώνει / να λαβώσει | να έχουμε λαβώσει / να λαβώνουμε / να λαβώσουμε | να λαβώνετε / να λαβώσετε | να λαβώνουν / να λαβώνουνε / να λαβώσουν / να λαβώσουνε |
| Προστακτική | — | λάβωνε / λάβωσε | — | — | λαβώνετε / λαβώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
λαβώθηκαλαβώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →