Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λαβώνω

/laˈvo.no/ρήμα
•
  1. κυριολεκτικάπληγώνω, τραυματίζω, κυρίως τρυπάω με βέλος ή άλλο όπλο Βικιλεξικό
    • 1821 Ἰάκωβος Δραγάτσης, Ἐτήσιον Ἡμερολόγιον τοῦ Ἔτους 1888, Ἀνέκδοτα ἱστορικὰ ἔγγραφα πρὸς τοὺς Ὑδραίους, τῇ 16 Μαΐου 1821
  2. μετοχή παθητικού παρακειμένου«λαβωμένος» τραυματίας, τραυματισμένος Βικιλεξικό
    • 1898 Γεράσιμος Μαρκοράς, Μικρὰ Ταξείδια (1898), Ζωή, Ὁ Ἐρυθρὸς Σταυρός Στὴ δεσποινίδα Τοῦλα Κοσκινᾶ, χ.η.
  3. μεταφορικάσαγηνεύω ερωτικά, προκαλώ ερωτικό πάθος Βικιλεξικό
    • Λαβώθηκε από τα βέλη του έρωτα.
  4. μεταφορικάπληγώνω συναισθηματικά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λαβώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική λαβώνω. Συγχρονικά αναλύεται σε λαβ(ή) + -ώνω.

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςλαβώνωλαβώνειςλαβώνειλαβώνουμελαβώνετελαβώνουν / λαβώνουνε
Παρατατικόςλάβωναλάβωνεςλάβωνελαβώναμελαβώνατελάβωναν / λαβώναν / λαβώνανε
Αόριστοςλάβωσαλάβωσεςλάβωσελαβώσαμελαβώσατελάβωσαν / λαβώσαν / λαβώσανε
Μέλλονταςθα λαβώνω / θα λαβώσωθα λαβώνεις / θα λαβώσειςθα λαβώνει / θα λαβώσειθα λαβώνουμε / θα λαβώσουμεθα λαβώνετε / θα λαβώσετεθα λαβώνουν / θα λαβώνουνε / θα λαβώσουν / θα λαβώσουνε
Παρακείμενοςέχω λαβώσειέχεις λαβώσειέχει λαβώσειέχουμε λαβώσει——
Υπερσυντέλικοςείχα λαβώσειείχες λαβώσειείχε λαβώσει———
Υποτακτικήνα έχω λαβώσει / να λαβώνω / να λαβώσωνα έχεις λαβώσει / να λαβώνεις / να λαβώσειςνα έχει λαβώσει / να λαβώνει / να λαβώσεινα έχουμε λαβώσει / να λαβώνουμε / να λαβώσουμενα λαβώνετε / να λαβώσετενα λαβώνουν / να λαβώνουνε / να λαβώσουν / να λαβώσουνε
Προστακτική—λάβωνε / λάβωσε——λαβώνετε / λαβώστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

λαβώθηκαλαβώνομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →