Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λαθρακούω

ρήμα
•
  1. κρυφακούω Βικιλεξικό
    • «Ποιoς ενδιαφέρεται σήμερα να μεγαλώσει ηθικά παιδιά;». Το ερώτημα το λαθράκουσα από μια παρέα γονέων στην παιδική χαρά. (*)

Ετυμολογία

λαθρακούω < λαθρ- + ακούω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςλαθρακούωλαθρακούςλαθρακούειλαθρακούμελαθρακούτελαθρακούνε
Παρατατικόςλαθράκουγαλαθράκουγεςλαθράκουγελαθρακούγαμελαθρακούγατελαθράκουγαν / λαθρακούγανε
Αόριστοςλαθράκουσαλαθράκουσεςλαθράκουσελαθρακούσαμελαθρακούσατελαθράκουσαν / λαθρακούσαν / λαθρακούσανε
Μέλλονταςθα λαθρακούσω / θα λαθρακούωθα λαθρακούς / θα λαθρακούσειςθα λαθρακούει / θα λαθρακούσειθα λαθρακούμε / θα λαθρακούσουμεθα λαθρακούσετε / θα λαθρακούτεθα λαθρακούνε / θα λαθρακούσουν / θα λαθρακούσουνε
Παρακείμενοςέχω λαθρακούσειέχεις λαθρακούσειέχει λαθρακούσειέχουμε λαθρακούσειέχετε λαθρακούσει—
Υπερσυντέλικοςείχα λαθρακούσειείχες λαθρακούσειείχε λαθρακούσειείχαμε λαθρακούσει——
Υποτακτικήνα έχω λαθρακούσει / να λαθρακούσω / να λαθρακούωνα έχεις λαθρακούσει / να λαθρακούς / να λαθρακούσειςνα έχει λαθρακούσει / να λαθρακούει / να λαθρακούσεινα έχουμε λαθρακούσει / να λαθρακούμε / να λαθρακούσουμενα έχετε λαθρακούσει / να λαθρακούσετε / να λαθρακούτενα λαθρακούνε / να λαθρακούσουν / να λαθρακούσουνε
Προστακτική—λαθράκου / λαθράκουγε / λαθράκουσε——λαθρακούετε / λαθρακούστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →