Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λαθρεπιβίβαση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. νεολογισμόςπαράνομη επιβίβαση σε μέσα μαζικής μεταφοράς χωρίς καταβολή χρημάτων Βικιλεξικό
    • Πράγματι, η λαθρεπιβίβαση / εισιτηριοδιαφυγή αποτελεί "μάστιγα" για τις αστικές συγκοινωνίες της Αθήνας, επιφέροντας τεράστια απώλεια εσόδων, κυρίως στα λεωφορεία. Το μέγεθος της λαθρεπιβίβασης είναι δύσκολο να προσδιοριστεί επακριβώς, αλλά είναι εκτεταμένο στα λεωφορεία, αντίθετα πιο περιορισμένο στο μετρό, λόγω του κλειστού συστήματος.

Ετυμολογία

λαθρεπιβίβαση (νεολογισμός) < λαθρ- + επιβίβαση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλαθρεπιβίβασηλαθρεπιβιβάσεις
Γενικήλαθρεπιβίβασηςλαθρεπιβιβάσεων
Αιτιατικήλαθρεπιβίβασηλαθρεπιβιβάσεις
Κλητικήλαθρεπιβίβασηλαθρεπιβιβάσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →