λαρύγγι
•
- ο λάρυγγας Βικιλεξικό
- του στάθηκε το φαγητό στο λαρύγγι
- 19ος/20ός αιώνας, Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Η ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα, αρχική έκδοση: 1920.
- η εξωτερική επιφάνεια του λαιμού, στο ύψος περίπου των φωνητικών χορδών Βικιλεξικό
- τον έπιασε από το λαρύγγι
Ετυμολογία
λαρύγγι < ελληνιστική κοινή λαρύγγιον < αρχαία ελληνική λάρυγξ + κατάληξη υποκοριστικού -ιον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λαρύγγι | λαρύγγια |
| Γενική | λαρυγγιού | λαρυγγιών |
| Αιτιατική | λαρύγγι | λαρύγγια |
| Κλητική | λαρύγγι | λαρύγγια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →