Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λαχανοπώλης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. παρωχημένοαυτός που πουλάει λαχανικά, μανάβης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λαχανοπώλης < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική λαχανοπώλης. Μορφολογικά αναλύεται σε λαχανο- + -πώλης.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλαχανοπώληςλαχανοπώλες
Γενικήλαχανοπώληλαχανοπωλών
Αιτιατικήλαχανοπώληλαχανοπώλες
Κλητικήλαχανοπώληλαχανοπώλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →