λαχείο
•
- τυχερό παιχνίδι που οργανώνεται από έναν οργανισμό ή σύλλογο ή άλλη ομάδα ανθρώπων· ο διοργανωτής εκδίδει αριθμημένα δελτία τα οποία πωλούνται και στην συνέχεια γίνεται κλήρωση ενός ή περισσότερων τυχερών αριθμών που κερδίζουν δώρα ή χρηματικά ποσά Βικιλεξικό
- μετωνυμίααριθμημένο δελτίο που έχει εκδοθεί στο πλαίσιο ενός τέτοιου τυχερού παιχνιδιού Βικιλεξικό
- μεταφορικάανέλπιστη τύχη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λαχείο < θέμα λαχ- ( < αρχαία ελληνική λαγχάνω) + -είο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λαχείο | λαχεία |
| Γενική | λαχείου | λαχείων |
| Αιτιατική | λαχείο | λαχεία |
| Κλητική | λαχείο | λαχεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →