Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λεξιπλασία

/le.ksi.plaˈsi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η δημιουργία νέων λέξεων Βικιλεξικό
  2. γλωσσολογίαγλωσσικός τύπος που εφευρίσκεται από τον ομιλητή ή γράφοντα συνειδητά ή τυχαία σε μία μόνον συγκυρία είτε επειδή δεν θυμάται τον κανονικό τύπο, είτε επειδή ελλείπει ο ζητούμενος τύπος Βικιλεξικό
    • η κόρη της φίλης μου κάθισε στο πιάνο και μου ζήτησε να βάλω στο αναλόγιο ένα 'διαβάσιμο' (το 'διαβάσιμο' ήταν λεξιπλασία του παιδιού, καθώς αγνοούσε τη λέξη παρτιτούρα)
    • τα παιδικά λαχνίσματα είναι γεμάτα λεξιπλασίες όπως «άκατα μάκατα σούκουτε μπε»
  3. λογοτεχνίαδημιουργία νέας λέξης, με ή χωρίς σημασία Βικιλεξικό
    • :Κατηγορία:Λέξεις χωρίς νόημα (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

λεξιπλασία < λεξι- + -πλασία (νεολογισμός) του τέλους του 20 αιώνα → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλεξιπλασίαλεξιπλασίες
Γενικήλεξιπλασίαςλεξιπλασιών
Αιτιατικήλεξιπλασίαλεξιπλασίες
Κλητικήλεξιπλασίαλεξιπλασίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →