λεξιπλασία
•
- η δημιουργία νέων λέξεων Βικιλεξικό
- γλωσσολογίαγλωσσικός τύπος που εφευρίσκεται από τον ομιλητή ή γράφοντα συνειδητά ή τυχαία σε μία μόνον συγκυρία είτε επειδή δεν θυμάται τον κανονικό τύπο, είτε επειδή ελλείπει ο ζητούμενος τύπος Βικιλεξικό
- η κόρη της φίλης μου κάθισε στο πιάνο και μου ζήτησε να βάλω στο αναλόγιο ένα 'διαβάσιμο' (το 'διαβάσιμο' ήταν λεξιπλασία του παιδιού, καθώς αγνοούσε τη λέξη παρτιτούρα)
- τα παιδικά λαχνίσματα είναι γεμάτα λεξιπλασίες όπως «άκατα μάκατα σούκουτε μπε»
- λογοτεχνίαδημιουργία νέας λέξης, με ή χωρίς σημασία Βικιλεξικό
- :Κατηγορία:Λέξεις χωρίς νόημα (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
λεξιπλασία < λεξι- + -πλασία (νεολογισμός) του τέλους του 20 αιώνα → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λεξιπλασία | λεξιπλασίες |
| Γενική | λεξιπλασίας | λεξιπλασιών |
| Αιτιατική | λεξιπλασία | λεξιπλασίες |
| Κλητική | λεξιπλασία | λεξιπλασίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →