Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λευκοπλάστης

/lef.koˈpla.stis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ιατρικήείδος ταινίας που την κολλάνε στο δέρμα, για να συγκρατηθεί κάποιος επίδεσμος ή και για άλλους λόγους Βικιλεξικό
    • Η εμπορική επωνυμία (μάρκα, ελληνική ή ξένη) ορισμένων προϊόντων έχει γίνει κανονική ονομασία για όλα τα ομοειδή προϊόντα, ακόμα και για όσα δεν παράγονται από τον κατασκευαστή που φέρει αυτή την επωνυμία: π.χ. το αφρολέξ, το κρισκράφτ (<Chris Craft), ο λευκοπλάστης (<Leukoplast), το μπικ (<Bic) (Peter Mackridge, Η νεοελληνική γλώσσα: περιγραφική ανάλυση της νεοελληνικής κοινής, εκδ. Πατάκη, 1990)
    • άλλες μορφές: λευκοπλάστ
  2. συνεκδοχικάο λευκοπλάστης με τμήμα γάζας, το χανζαπλάστ Βικιλεξικό
  3. βοτανικήείδος πλαστιδίου, μέσα στο οποίο σχηματίζονται οι αμυλόκοκκοι Βικιλεξικό
    • υπώνυμα: αμυλοπλάστης, ελαιοπλάστης, πρωτεϊνοπλάστης

Ετυμολογία

λευκοπλάστης < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική leucoplaste < αρχαία ελληνική λευκός (λευκο-) + πλάστης (δείτε τη Συζήτηση:λευκοπλάστης)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλευκοπλάστηςλευκοπλάστες
Γενικήλευκοπλάστηλευκοπλαστών
Αιτιατικήλευκοπλάστηλευκοπλάστες
Κλητικήλευκοπλάστηλευκοπλάστες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →