λευκοπλάστης
•
- ιατρικήείδος ταινίας που την κολλάνε στο δέρμα, για να συγκρατηθεί κάποιος επίδεσμος ή και για άλλους λόγους Βικιλεξικό
- Η εμπορική επωνυμία (μάρκα, ελληνική ή ξένη) ορισμένων προϊόντων έχει γίνει κανονική ονομασία για όλα τα ομοειδή προϊόντα, ακόμα και για όσα δεν παράγονται από τον κατασκευαστή που φέρει αυτή την επωνυμία: π.χ. το αφρολέξ, το κρισκράφτ (<Chris Craft), ο λευκοπλάστης (<Leukoplast), το μπικ (<Bic) (Peter Mackridge, Η νεοελληνική γλώσσα: περιγραφική ανάλυση της νεοελληνικής κοινής, εκδ. Πατάκη, 1990)
- άλλες μορφές: λευκοπλάστ
- συνεκδοχικάο λευκοπλάστης με τμήμα γάζας, το χανζαπλάστ Βικιλεξικό
- βοτανικήείδος πλαστιδίου, μέσα στο οποίο σχηματίζονται οι αμυλόκοκκοι Βικιλεξικό
- υπώνυμα: αμυλοπλάστης, ελαιοπλάστης, πρωτεϊνοπλάστης
Ετυμολογία
λευκοπλάστης < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική leucoplaste < αρχαία ελληνική λευκός (λευκο-) + πλάστης (δείτε τη Συζήτηση:λευκοπλάστης)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λευκοπλάστης | λευκοπλάστες |
| Γενική | λευκοπλάστη | λευκοπλαστών |
| Αιτιατική | λευκοπλάστη | λευκοπλάστες |
| Κλητική | λευκοπλάστη | λευκοπλάστες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →