λεφτάς
•
- αυτός που έχει πολλά λεφτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λεφτάς < λεφτ(ά) + μεγεθυντικό επίθημα -άς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λεφτάς | λεφτάδες |
| Γενική | λεφτά | λεφτάδων |
| Αιτιατική | λεφτά | λεφτάδες |
| Κλητική | λεφτά | λεφτάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →