λεύκανση
•
- η διαδικασία μετατροπής σε λευκό Βικιλεξικό
- το καθάρισμα Βικιλεξικό
- λεύκανση μαύρου χρήματος
Ετυμολογία
λεύκανση < αρχαία ελληνική λεύκανσις < λευκαίνω < λευκός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λεύκανση | λευκάνσεις |
| Γενική | λεύκανσης | λευκάνσεων |
| Αιτιατική | λεύκανση | λευκάνσεις |
| Κλητική | λεύκανση | λευκάνσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →