λημματογράφηση
•
- λεξικογραφίαη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του λημματογραφώ, η καταγραφή / συγγραφή λημμάτων σε κάποιο λεξικό ή εγκυκλοπαίδεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λημματογράφηση < (λημματογραφώ) λημματογραφη- + -ση. Μορφολογικά αναλύεται σε < (λήμμα) λημματ- + -ο- + -γράφηση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λημματογράφηση | λημματογραφήσεις |
| Γενική | λημματογράφησης | λημματογραφήσεων |
| Αιτιατική | λημματογράφηση | λημματογραφήσεις |
| Κλητική | λημματογράφηση | λημματογραφήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →