λημματογραφώ
•
- συγγράφω και καταγράφω τα λήμματα ενός λεξικού ή μιας εγκυκλοπαίδειας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λημματογραφώ < λήμμα (γενική: λήμματος) + -ο- + -γραφώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λημματογραφώ | λημματογραφείς | λημματογραφεί | λημματογραφούμε | λημματογραφείτε | λημματογραφούν / λημματογραφούνε |
| Παρατατικός | λημματογραφούσα | λημματογραφούσες | λημματογραφούσε | λημματογραφούσαμε | λημματογραφούσατε | λημματογραφούσαν / λημματογραφούσανε |
| Αόριστος | λημματογράφησα | λημματογράφησες | λημματογράφησε | λημματογραφήσαμε | λημματογραφήσατε | λημματογράφησαν / λημματογραφήσαν / λημματογραφήσανε |
| Μέλλοντας | θα λημματογραφήσω / θα λημματογραφώ | θα λημματογραφήσεις / θα λημματογραφείς | θα λημματογραφήσει / θα λημματογραφεί | θα λημματογραφήσουμε / θα λημματογραφούμε | θα λημματογραφήσετε / θα λημματογραφείτε | θα λημματογραφήσουν / θα λημματογραφήσουνε / θα λημματογραφούν / θα λημματογραφούνε |
| Παρακείμενος | έχω λημματογραφήσει | έχεις λημματογραφήσει | έχει λημματογραφήσει | έχουμε λημματογραφήσει | έχετε λημματογραφήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα λημματογραφήσει | είχες λημματογραφήσει | είχε λημματογραφήσει | είχαμε λημματογραφήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω λημματογραφήσει / να λημματογραφήσω / να λημματογραφώ | να έχεις λημματογραφήσει / να λημματογραφήσεις / να λημματογραφείς | να έχει λημματογραφήσει / να λημματογραφήσει / να λημματογραφεί | να έχουμε λημματογραφήσει / να λημματογραφήσουμε / να λημματογραφούμε | να έχετε λημματογραφήσει / να λημματογραφήσετε / να λημματογραφείτε | να λημματογραφήσουν / να λημματογραφήσουνε / να λημματογραφούν / να λημματογραφούνε |
| Προστακτική | — | λημματογράφει / λημματογράφησε | — | — | λημματογραφήστε / λημματογραφείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →