ληστοκρατία
•
- η επικράτηση γενικώς των ληστών κυρίως στο ύπαιθρο σε παρωχημένες εποχές Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηη υπερβολική αισχροκέρδεια αλλά και η υπερφορολόγηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ληστοκρατία < ληστ(ής) + -ο- + -κρατία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ληστοκρατία | ληστοκρατίες |
| Γενική | ληστοκρατίας | ληστοκρατιών |
| Αιτιατική | ληστοκρατία | ληστοκρατίες |
| Κλητική | ληστοκρατία | ληστοκρατίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →