Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ληστοκρατία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η επικράτηση γενικώς των ληστών κυρίως στο ύπαιθρο σε παρωχημένες εποχές Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηη υπερβολική αισχροκέρδεια αλλά και η υπερφορολόγηση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ληστοκρατία < ληστ(ής) + -ο- + -κρατία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήληστοκρατίαληστοκρατίες
Γενικήληστοκρατίαςληστοκρατιών
Αιτιατικήληστοκρατίαληστοκρατίες
Κλητικήληστοκρατίαληστοκρατίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →