Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ληστής

/liˈstis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. το άτομο που κάνει ληστεία Βικιλεξικό
    • Το γεγονός ότι όσα χρόνια κι αν περάσουν ο Καταλανός αμυντικός πίνεται μονορούφι από τις χιλιάδες των fans του. Αυτές ίσως τον μάτιασαν και έτσι την προηγούμενη εβδομάδα ληστές εισέβαλαν στο σπίτι του στη Βαρκελώνη και το έκαναν καλοκαιρινό. (Η σέξι 11άδα του Μουντιάλ, Πρώτο Θέμα, 13/06/2018 https://www.protothema.gr/life-style/article/796075/i-sexi-11ada-tou-moudial/)
  2. το μέλος μιας συμμορίας που δρούσε στην ύπαιθρο, ληστεύοντας ή απάγοντας περαστικούς Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάτο άτομο που αποκτά χρήματα με αισχροκέρδεια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ληστής < αρχαία ελληνική λῃστής και ληϊστής (ιωνικός τύπος )

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήληστήςληστές
Γενικήληστήληστών
Αιτιατικήληστήληστές
Κλητικήληστήληστές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →