λιάνωμα
•
- κάθε μικρό πράγμα Βικιλεξικό
- ειδικότεραμικρό σφάγιο Βικιλεξικό
- Μια μέρα, στο χορτάρι,
- μ' έναν παλιόν παλικαρά, το γέρο το Θειοχάρη,
- έτρωγαν ένα λιάνωμα· και ρώτησε την πλάτη.
- Κανείς ποτέ δεν έμαθε τι ξάνοιξε το μάτι
- πάνου σ' αυτό το κόκαλο, κι ευθύς του λέει: «Πατέρα,
- μου δίνεις την Αργύρω σου;» (Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, Φωτεινός, 1879)
- Τα αναφερόμενα δε εν προκειμένω « λιανώματα » ήσαν τα νεογνά της αιγός , καθ' όσον η λέξις « λιάνωμα » σημαίνει πάν λεπτόν, μικρών πράγμα και κατ' επέκτασιν το μικρόν σφάγιον , οίον είναι το νεογνόν της αιγός και του προβάτου (Δημ. Γέροντας, (1938) Περί του εθιμικού δικαίου των Αθηνών της Τουρκοκρατίας και της Επαναστάσεως, Αθήναι.)
Ετυμολογία
λιάνωμα < + -ωμα < λιανός • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λιάνωμα | λιανώματα |
| Γενική | λιανώματος | λιανωμάτων |
| Αιτιατική | λιάνωμα | λιανώματα |
| Κλητική | λιάνωμα | λιανώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →