λιγομίλητος
•
- που μιλάει λίγο, που δε λέει πολλά Βικιλεξικό
- είναι πάντα λιγομίλητη και για αυτό την παρεξηγούν
Ετυμολογία
λιγομίλητος < λιγο- + (μιλάω) μιλη- + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λιγομίλητος | λιγομίλητη | λιγομίλητο |
| Γενική | λιγομίλητου | λιγομίλητης | λιγομίλητου |
| Αιτιατική | λιγομίλητο | λιγομίλητη | λιγομίλητο |
| Κλητική | λιγομίλητε | λιγομίλητη | λιγομίλητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λιγομίλητοι | λιγομίλητες | λιγομίλητα |
| Γενική | λιγομίλητων | λιγομίλητων | λιγομίλητων |
| Αιτιατική | λιγομίλητους | λιγομίλητες | λιγομίλητα |
| Κλητική | λιγομίλητοι | λιγομίλητες | λιγομίλητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →