πολυλογάς
•
- καιπου λέει πολλά λόγια Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: πολυλογάδικος
Ετυμολογία
πολυλογάς < πολυ- + λόγ(ος) + -άς
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πολυλογάς | πολυλογού | πολυλογάδικο / πολυλογούδικο |
| Γενική | πολυλογά | πολυλογούς | πολυλογάδικου / πολυλογούδικου |
| Αιτιατική | πολυλογά | πολυλογού | πολυλογάδικο / πολυλογούδικο |
| Κλητική | πολυλογά | πολυλογού | πολυλογάδικο / πολυλογούδικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πολυλογάδες | πολυλογούδες | πολυλογάδικα / πολυλογούδικα |
| Γενική | πολυλογάδων | πολυλογούδων | πολυλογάδικων / πολυλογούδικων |
| Αιτιατική | πολυλογάδες | πολυλογούδες | πολυλογάδικα / πολυλογούδικα |
| Κλητική | πολυλογάδες | πολυλογούδες | πολυλογάδικα / πολυλογούδικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →