λιγώνω
•
- προκαλώ αναγούλα, αίσθημα κορεσμού ή τάση για εμετό Βικιλεξικό
- με λίγωσαν όλα αυτά τα γλυκά
Ετυμολογία
λιγώνω < (ελληνιστική κοινή) / ὀλιγῶ < αρχαία ελληνική ὀλίγος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λιγώνω | λιγώνεις | λιγώνει | λιγώνουμε | λιγώνετε | λιγώνουν / λιγώνουνε |
| Παρατατικός | λίγωνα | λίγωνες | λίγωνε | λιγώναμε | λιγώνατε | λίγωναν / λιγώναν / λιγώνανε |
| Αόριστος | λίγωσα | λίγωσες | λίγωσε | λιγώσαμε | λιγώσατε | λίγωσαν / λιγώσαν / λιγώσανε |
| Μέλλοντας | θα λιγώνω / θα λιγώσω | θα λιγώνεις / θα λιγώσεις | θα λιγώνει / θα λιγώσει | θα λιγώνουμε / θα λιγώσουμε | θα λιγώνετε / θα λιγώσετε | θα λιγώνουν / θα λιγώνουνε / θα λιγώσουν / θα λιγώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω λιγώσει | έχεις λιγώσει | έχει λιγώσει | έχουμε λιγώσει | έχετε λιγώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα λιγώσει | είχες λιγώσει | είχε λιγώσει | είχαμε λιγώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω λιγώσει / να λιγώνω / να λιγώσω | να έχεις λιγώσει / να λιγώνεις / να λιγώσεις | να έχει λιγώσει / να λιγώνει / να λιγώσει | να έχουμε λιγώσει / να λιγώνουμε / να λιγώσουμε | να έχετε λιγώσει / να λιγώνετε / να λιγώσετε | να λιγώνουν / να λιγώνουνε / να λιγώσουν / να λιγώσουνε |
| Προστακτική | — | λίγωνε / λίγωσε | — | — | λιγώνετε / λιγώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →