λιθοστρώνω
•
- στρώνω τον δρόμο (ή κάτι ανάλογο) με λίθους, που έχουν υποστεί ειδική κατεργασία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λιθοστρώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική λιθοστρώνω ή λιθόστρωτ(ος) + -ώνω (αναδρομικός σχηματισμός)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λιθοστρώνω | λιθοστρώνεις | λιθοστρώνει | λιθοστρώνουμε | λιθοστρώνετε | λιθοστρώνουν / λιθοστρώνουνε |
| Παρατατικός | λιθόστρωνα | λιθόστρωνες | λιθόστρωνε | λιθοστρώναμε | λιθοστρώνατε | λιθοστρώναν / λιθοστρώνανε / λιθόστρωναν |
| Αόριστος | λιθόστρωσα | λιθόστρωσες | λιθόστρωσε | λιθοστρώσαμε | λιθοστρώσατε | λιθοστρώσαν / λιθοστρώσανε / λιθόστρωσαν |
| Μέλλοντας | θα λιθοστρώνω / θα λιθοστρώσω | θα λιθοστρώνεις / θα λιθοστρώσεις | θα λιθοστρώνει / θα λιθοστρώσει | θα λιθοστρώνουμε / θα λιθοστρώσουμε | θα λιθοστρώνετε / θα λιθοστρώσετε | θα λιθοστρώνουν / θα λιθοστρώνουνε / θα λιθοστρώσουν / θα λιθοστρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω λιθοστρώσει | έχεις λιθοστρώσει | έχει λιθοστρώσει | έχουμε λιθοστρώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα λιθοστρώσει | είχες λιθοστρώσει | είχε λιθοστρώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω λιθοστρώσει / να λιθοστρώνω / να λιθοστρώσω | να έχεις λιθοστρώσει / να λιθοστρώνεις / να λιθοστρώσεις | να έχει λιθοστρώσει / να λιθοστρώνει / να λιθοστρώσει | να έχουμε λιθοστρώσει / να λιθοστρώνουμε / να λιθοστρώσουμε | να λιθοστρώνετε / να λιθοστρώσετε | να λιθοστρώνουν / να λιθοστρώνουνε / να λιθοστρώσουν / να λιθοστρώσουνε |
| Προστακτική | — | λιθόστρωνε / λιθόστρωσε | — | — | λιθοστρώνετε / λιθοστρώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
λιθοστρώθηκαλιθοστρώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →