λιμοκοντόρος
•
- αργκό, παρωχημένος και μειωτικός χαρακτηρισμός φτωχού νεαρού, που ντύνεται επιδεικτικά και παριστάνει τον γόη Βικιλεξικό
- παρωχημένοη λαϊκή ονομασία των χάρτινων νομισμάτων της μίας και των δύο δραχμών στα τέλη του 19ου και αρχές του 20ού αιώνα στην Ελλάδα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λιμοκοντόρος < λίμα (πείνα) + κόντες + -όρος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λιμοκοντόρος | λιμοκοντόροι |
| Γενική | λιμοκοντόρου | λιμοκοντόρων |
| Αιτιατική | λιμοκοντόρο | λιμοκοντόρους |
| Κλητική | λιμοκοντόρε | λιμοκοντόροι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →