Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λογοτεχνία

/lo.ɣo.teˈxni.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η δημιουργία έργων του γραπτού ή προφορικού λόγου με αξιώσεις που αποτελούν επινοήσεις της φαντασίας των δημιουργών τους με σκοπό την ψυχική και πνευματική ικανοποίηση ή και την ψυχαγωγία του κοινού τους Βικιλεξικό
    • ασχολείται με τη λογοτεχνία
    • Κέρδισε το βραβείο λογοτεχνίας σε μεγάλη ηλικία.
  2. κατ’ επέκτασητο σύνολο έργων τέτοιων έργων Βικιλεξικό
    • γραπτή λογοτεχνία, προφορική λογοτεχνία
    • Θα ήθελα πολύ να σπουδάσω λογοτεχνία.
  3. κατ’ επέκτασησύνολο έργων με τον ορισμό ανωτέρω που έχουν ένα κοινό στοιχείο (γλωσσικό ή θεματικό) Βικιλεξικό
    • Η ευρωπαϊκή λογοτεχνία έχει διάφορες σχολές - γαλλική, ρωσική λογοτεχνία - αστυνομική, ερωτική λογοτεχνία.

Ετυμολογία

λογοτεχνία < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική λογοτεχνία (ομιλία που εκφωνείται με καλλιέπεια) < λογοτέχν(ης) + -ία. Μορφολογικά αναλύεται σε λογο- + -τεχνία :* για τη σύγχρονη σημασία < απόδοση για τη γερμανική Literatur ή για τη γαλλική littérature

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλογοτεχνίαλογοτεχνίες
Γενικήλογοτεχνίαςλογοτεχνιών
Αιτιατικήλογοτεχνίαλογοτεχνίες
Κλητικήλογοτεχνίαλογοτεχνίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →