λογοτεχνία
•
- η δημιουργία έργων του γραπτού ή προφορικού λόγου με αξιώσεις που αποτελούν επινοήσεις της φαντασίας των δημιουργών τους με σκοπό την ψυχική και πνευματική ικανοποίηση ή και την ψυχαγωγία του κοινού τους Βικιλεξικό
- ασχολείται με τη λογοτεχνία
- Κέρδισε το βραβείο λογοτεχνίας σε μεγάλη ηλικία.
- κατ’ επέκτασητο σύνολο έργων τέτοιων έργων Βικιλεξικό
- γραπτή λογοτεχνία, προφορική λογοτεχνία
- Θα ήθελα πολύ να σπουδάσω λογοτεχνία.
- κατ’ επέκτασησύνολο έργων με τον ορισμό ανωτέρω που έχουν ένα κοινό στοιχείο (γλωσσικό ή θεματικό) Βικιλεξικό
- Η ευρωπαϊκή λογοτεχνία έχει διάφορες σχολές - γαλλική, ρωσική λογοτεχνία - αστυνομική, ερωτική λογοτεχνία.
Ετυμολογία
λογοτεχνία < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική λογοτεχνία (ομιλία που εκφωνείται με καλλιέπεια) < λογοτέχν(ης) + -ία. Μορφολογικά αναλύεται σε λογο- + -τεχνία :* για τη σύγχρονη σημασία < απόδοση για τη γερμανική Literatur ή για τη γαλλική littérature
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λογοτεχνία | λογοτεχνίες |
| Γενική | λογοτεχνίας | λογοτεχνιών |
| Αιτιατική | λογοτεχνία | λογοτεχνίες |
| Κλητική | λογοτεχνία | λογοτεχνίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →