λυκάνθρωπος
•
- πρόσωπο σε φανταστικά διηγήματα, το οποίο μεταμορφώνεται από άνθρωπος σε λύκο Βικιλεξικό
- ένας Φιλιππινέζος δρακουλιάρης που, πριν τα βάλει με λυκάνθρωπο και σκοτωθεί από σεισμό, ποθεί διάδοχο από γκαστρωμένη η οποία ρουφάει (εύλογο πώς) τη ζωή από σαύρες. Και αυτό το σενάριο ήταν βασισμένο σε ένα δημοφιλές στη χώρα τότε comic, οπότε το όλο σύστριγγλο ήταν δικαιολογημένο – for a change
- άτομο που πάσχει από την ψυχική ασθένεια λυκανθρωπία, κατά την οποία ο άνθρωπος πιστεύει ότι μεταμορφώνεται σε λύκο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λυκάνθρωπος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή λυκάνθρωπος. Συγχρονικά αναλύεται σε λυκ- + -άνθρωπος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λυκάνθρωπος | λυκάνθρωποι |
| Γενική | λυκάνθρωπου / λυκανθρώπου | λυκάνθρωπων / λυκανθρώπων |
| Αιτιατική | λυκάνθρωπο | λυκάνθρωπους / λυκανθρώπους |
| Κλητική | λυκάνθρωπε | λυκάνθρωποι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →