Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λυκειακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το λύκειο ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λυκειακός < λύκειο + -ακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλυκειακόςλυκειακήλυκειακό
Γενικήλυκειακούλυκειακήςλυκειακού
Αιτιατικήλυκειακόλυκειακήλυκειακό
Κλητικήλυκειακέλυκειακήλυκειακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλυκειακοίλυκειακέςλυκειακά
Γενικήλυκειακώνλυκειακώνλυκειακών
Αιτιατικήλυκειακούςλυκειακέςλυκειακά
Κλητικήλυκειακοίλυκειακέςλυκειακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →