λόγγος
•
- το σημείο ή η περιοχή του βουνού η οποία έχει πυκνή βλάστηση από θαμνώδη φυτά όπως πουρνάρια, κουμαριές κ.ά. Η πυκνότητα της βλάστησης είναι τόσο μεγάλη που είναι (ενδεχομένως) αδύνατη η διέλευση μέσα από αυτήν την περιοχή. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λόγγος < μεσαιωνική ελληνική λόγγος < σλαβικής προέλευσης лѫгъ (lǫgŭ) / луг (lug) (λιβάδι, λόγγος) < πρωτοσλαβική *lǫgъ (κοίλωμα, βαθούλωμα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λόγγος | λόγγοι |
| Γενική | λόγγου | λόγγων |
| Αιτιατική | λόγγο | λόγγους |
| Κλητική | λόγγε | λόγγοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →