λόγχη
•
- ιστορίαη μεταλλική αιχμή ενός δόρατος Βικιλεξικό
- δέν ἠμπόρεσαν νά περάσουν ἀπό τά τουρκικά ταμπούρια, ὁ μπαϊρακτάρης ὁ ἐδικός μου καὶ τοῦ Ζαήμη πλησιάζουν εἰς τὰς πτέρυγας τῶν Τούρκων , ὁ μπαϊρακτάρης τοῦ Ζαήμη τοὺς ἐπρωτοτσάκισε , ἀφοῦ ἐσκότωσε τρεῖς μὲ τὴν λόγχην τοῦ μπαϊρακιοῦ (Ο γέρων Κολοκοτρώνης, τόμος Α΄, Αθήνα, Γραφείον της Εστίας, 1889, σελ. 159)
- συνεκδοχικάτο δόρυ Βικιλεξικό
- η ξιφολόγχη του τουφεκιού Βικιλεξικό
- θρησκείαλειτουργικό σκεύος που παραπέμπει στη λόγχη του σταυρικού μαρτυρίου και με το οποίο ο ιερέας κόβει τον άρτο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λόγχη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική λόγχη < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pleh₂k- (χτυπώ)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λόγχη | λόγχες |
| Γενική | λόγχης | λογχών |
| Αιτιατική | λόγχη | λόγχες |
| Κλητική | λόγχη | λόγχες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →