Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λόγχη

/ˈloŋ.çi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιστορίαη μεταλλική αιχμή ενός δόρατος Βικιλεξικό
    • δέν ἠμπόρεσαν νά περάσουν ἀπό τά τουρκικά ταμπούρια, ὁ μπαϊρακτάρης ὁ ἐδικός μου καὶ τοῦ Ζαήμη πλησιάζουν εἰς τὰς πτέρυγας τῶν Τούρκων , ὁ μπαϊρακτάρης τοῦ Ζαήμη τοὺς ἐπρωτοτσάκισε , ἀφοῦ ἐσκότωσε τρεῖς μὲ τὴν λόγχην τοῦ μπαϊρακιοῦ (Ο γέρων Κολοκοτρώνης, τόμος Α΄, Αθήνα, Γραφείον της Εστίας, 1889, σελ. 159)
  2. συνεκδοχικάτο δόρυ Βικιλεξικό
  3. η ξιφολόγχη του τουφεκιού Βικιλεξικό
  4. θρησκείαλειτουργικό σκεύος που παραπέμπει στη λόγχη του σταυρικού μαρτυρίου και με το οποίο ο ιερέας κόβει τον άρτο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λόγχη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική λόγχη < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pleh₂k- (χτυπώ)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλόγχηλόγχες
Γενικήλόγχηςλογχών
Αιτιατικήλόγχηλόγχες
Κλητικήλόγχηλόγχες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →