Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μάγειρας

/ˈma.ʝi.ɾas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμαο επαγγελματίας που ασχολείται με την παρασκευή φαγητού Βικιλεξικό
    • Τὴν πρωινὴ αὐτὴ ὥρα τὰ παιδιὰ εἶχαν τὶς καθημερινὲς ἐργασίες. Ὁ μάγειρας φοροῦσε τὴν ποδιά του καὶ μαγείρευε· ἄλλα κοίταζαν τὴ φωτιά· ἄλλα σάρωναν τὸ χῶμα μὲ μεγάλες σκοῦπες ἀπὸ φρύγανα. (Ζαχαρίας Παπαντωνίου, Τα ψηλά βουνά, 1918)
  2. αυτός που μαγειρεύει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μάγειρας < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μάγειρας < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική μάγειρ(ος) + -ας < αρχαία ελληνική μάσσω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμάγειραςμάγειρες
Γενικήμάγειραμαγείρων
Αιτιατικήμάγειραμάγειρες
Κλητικήμάγειραμάγειρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →