μάγειρας
•
- επάγγελμαο επαγγελματίας που ασχολείται με την παρασκευή φαγητού Βικιλεξικό
- Τὴν πρωινὴ αὐτὴ ὥρα τὰ παιδιὰ εἶχαν τὶς καθημερινὲς ἐργασίες. Ὁ μάγειρας φοροῦσε τὴν ποδιά του καὶ μαγείρευε· ἄλλα κοίταζαν τὴ φωτιά· ἄλλα σάρωναν τὸ χῶμα μὲ μεγάλες σκοῦπες ἀπὸ φρύγανα. (Ζαχαρίας Παπαντωνίου, Τα ψηλά βουνά, 1918)
- αυτός που μαγειρεύει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μάγειρας < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μάγειρας < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική μάγειρ(ος) + -ας < αρχαία ελληνική μάσσω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μάγειρας | μάγειρες |
| Γενική | μάγειρα | μαγείρων |
| Αιτιατική | μάγειρα | μάγειρες |
| Κλητική | μάγειρα | μάγειρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →