Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαγειρεύω

ρήμα
•
  1. παρασκευάζω φαγητό συνδυάζοντας υλικά, συνήθως χρησιμοποιώντας κάποια πηγή θερμότητας Βικιλεξικό
    • Τὴν πρωινὴ αὐτὴ ὥρα τὰ παιδιὰ εἶχαν τὶς καθημερινὲς ἐργασίες. Ὁ μάγειρας φοροῦσε τὴν ποδιά του καὶ μαγείρευε· ἄλλα κοίταζαν τὴ φωτιά· ἄλλα σάρωναν τὸ χῶμα μὲ μεγάλες σκοῦπες ἀπὸ φρύγανα. (Ζαχαρίας Παπαντωνίου, Τα ψηλά βουνά, 1918)
  2. μεταφορικάετοιμάζω κάτι, συνήθως ύποπτο, κρυφά από άλλους Βικιλεξικό
    • Καλό είναι να τα μάθει από σένα πρώτα. Έπειτα είναι ανάγκη να τον απομακρύνομε από δω τώρα, αν μαγειρεύεται καμιά προδοσία. (Πηνελόπη Δέλτα, Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου, Κεφάλαιο ΙΕ, 1911)
    • τι μαγειρεύετε εσείς οι δυο εκεί στα κρυφά;
  3. μεταφορικάπαραποιώ αποτελέσματα με τρόπο έντεχνο, ώστε να δείχνουν αυτό που θέλω ή να έρθουν πιο κοντά στο επιθυμητό αποτέλεσμα Βικιλεξικό
    • μου φαίνεται ότι εδώ ο ερευνητής έχει μαγειρέψει λίγο τα αποτελέσματα της έρευνάς του.

Ετυμολογία

μαγειρεύω < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική μάγειρος

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςμαγειρεύωμαγειρεύειςμαγειρεύειμαγειρεύουμεμαγειρεύετεμαγειρεύουν / μαγειρεύουνε
Παρατατικόςμαγείρευαμαγείρευεςμαγείρευεμαγειρεύαμεμαγειρεύατεμαγείρευαν / μαγειρεύαν / μαγειρεύανε
Αόριστοςμαγείρεψαμαγείρεψεςμαγείρεψεμαγειρέψαμεμαγειρέψατεμαγείρεψαν / μαγειρέψαν / μαγειρέψανε
Μέλλονταςθα μαγειρέψω / θα μαγειρεύωθα μαγειρέψεις / θα μαγειρεύειςθα μαγειρέψει / θα μαγειρεύειθα μαγειρέψουμε / θα μαγειρεύουμεθα μαγειρέψετε / θα μαγειρεύετεθα μαγειρέψουν / θα μαγειρέψουνε / θα μαγειρεύουν / θα μαγειρεύουνε
Παρακείμενοςέχω μαγειρέψειέχεις μαγειρέψειέχει μαγειρέψειέχουμε μαγειρέψει——
Υπερσυντέλικοςείχα μαγειρέψειείχες μαγειρέψειείχε μαγειρέψει———
Υποτακτικήνα έχω μαγειρέψει / να μαγειρέψω / να μαγειρεύωνα έχεις μαγειρέψει / να μαγειρέψεις / να μαγειρεύειςνα έχει μαγειρέψει / να μαγειρέψει / να μαγειρεύεινα έχουμε μαγειρέψει / να μαγειρέψουμε / να μαγειρεύουμενα μαγειρέψετε / να μαγειρεύετενα μαγειρέψουν / να μαγειρέψουνε / να μαγειρεύουν / να μαγειρεύουνε
Προστακτική—έχε μαγειρεμένο / έχε μαγειρευμένο / μαγείρευε / μαγείρεψε——μαγειρέψτε / μαγειρεύετε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →