μήνυση
•
- η προφορική ή γραπτή καταγγελία αξιοτιμώρητης πράξης στις εισαγγελικές ή αστυνομικές αρχές, χωρίς τη δυνατότητα αξιώσεως χρηματικής αποζημίωσης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μήνυση < αρχαία ελληνική μήνυμα < μηνύω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μήνυση | μηνύσεις |
| Γενική | μήνυσης | μηνύσεων |
| Αιτιατική | μήνυση | μηνύσεις |
| Κλητική | μήνυση | μηνύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →