μηνύω
•
- νομικός όροςκάποιος (όχι το θύμα) αναγγέλλει στον εισαγγελέα ή στις αστυνομικές αρχές την τέλεση ενός εγκλήματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μηνύω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μηνύω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μηνύω | μηνύεις | μηνύει | μηνύουμε | μηνύετε | μηνύουν / μηνύουνε |
| Παρατατικός | μήνυα | μήνυες | μήνυε | μηνύαμε | μηνύατε | μήνυαν / μηνύαν / μηνύανε |
| Αόριστος | μήνυσα | μήνυσες | μήνυσε | μηνύσαμε | μηνύσατε | μήνυσαν / μηνύσαν / μηνύσανε |
| Μέλλοντας | θα μηνύσω / θα μηνύω | θα μηνύεις / θα μηνύσεις | θα μηνύει / θα μηνύσει | θα μηνύουμε / θα μηνύσουμε | θα μηνύετε / θα μηνύσετε | θα μηνύουν / θα μηνύουνε / θα μηνύσουν / θα μηνύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μηνύσει | έχεις μηνύσει | έχει μηνύσει | έχουμε μηνύσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μηνύσει | είχες μηνύσει | είχε μηνύσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μηνύσει / να μηνύσω / να μηνύω | να έχεις μηνύσει / να μηνύεις / να μηνύσεις | να έχει μηνύσει / να μηνύει / να μηνύσει | να έχουμε μηνύσει / να μηνύουμε / να μηνύσουμε | να μηνύετε / να μηνύσετε | να μηνύουν / να μηνύουνε / να μηνύσουν / να μηνύσουνε |
| Προστακτική | — | μήνυε / μήνυσε | — | — | μηνύετε / μηνύστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
μηνύθηκαμηνύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →