μακαρόνι
•
- γαστρονομίαείδος ζυμαρικού σε μορφή λεπτής σωληνωτής ράβδου Βικιλεξικό
- Αγαπάω πολύ τα μακαρόνια. Είμαι μακαρονάς!
Ετυμολογία
μακαρόνι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μακαρόνι < βενετική macaroni, πληθυντικός του macaron (ιταλική maccaroni, macaroni) για το οποίο, εκδοχές: :* ή < παλαιά ιταλική macca (βρασμένη φάβα με αλεύρι) < λατινική maccare :* ή πιθανό αντιδάνειο < μεσαιωνική ελληνική μακαρία (νεκρόδειπνο), ουσιαστικοποιημένο θηλυκό για την αρχαία ελληνική μακάριος → δείτε τη λέξη μάκαρ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μακαρόνι | μακαρόνια |
| Γενική | μακαρονιού | μακαρονιών |
| Αιτιατική | μακαρόνι | μακαρόνια |
| Κλητική | μακαρόνι | μακαρόνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →