Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μακιγιέρ

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. κοσμετολογίαο ειδικός στο μακιγιάζ Βικιλεξικό
    • ο/η μακιγιέρ/ζ - «ψιμυθιολόγους» τους λένε, ξαφνικά, οι... εθνικόφρονες καθαρολόγοι. (εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 27 Απριλίου 2006 https://www.tanea.gr/2006/04/27/lifearts/culture/to-tetarto-koydoyni-166/)

Ετυμολογία

μακιγιέρ < (λόγιο δάνειο) γαλλική maquilleur

Άλλοι τύποι

μακιγιέζ

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →