μακιγιάρομαι
•
- μακιγιάρω τον εαυτό μου Βικιλεξικό
- Ντυνόταν, μακιγιαριζόταν, χτενιζόταν μόνη της, φρόντιζε τ' αξεσουάρ και το βεστιάριό της και δούλευε δέκα - δώδεκα ώρες χωρίς διακοπή (Μίμης Τσακωνιάτης, Νίκος Νικολαΐδης, εκδόσεις Αιγόκερως, 2007, σελ. 29)
Ετυμολογία
μακιγιάρομαι < παθητική φωνή του ρήματος μακιγιάρω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →