μακιγιάρω
•
- κάνω σε κάποιον μακιγιάζ, τον βάφω στο πρόσωπο, τονίζω με χρώμα τα μάγουλα και τα μάτια Βικιλεξικό
- οι φιλοξενούμενοι της τηλεοπτικής εκπομπής πρώτα πρέπει να κάτσουν για να τους μακιγιάρουν
Ετυμολογία
μακιγιάρω < μακιγιάζ + -άρω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →