Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μάνα

/ˈma.na/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. οικογένειαη μητέρα, γυναίκα που έχει γίνει γονιός, που έχει δηλαδή αποκτήσει ένα ή περισσότερα παιδιά ή που έχει υιοθετήσει Βικιλεξικό
    • Μια φορά, χειμώνα καιρό, γένναγε η Κατσέναινα και ειδοποίησαν τη μάνα μου, τη μαμή, να πάει να βοηθήσει (Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος, Λαογραφικά του Αχλαδόκαμπου, 1985, σελ. 131)
  2. οικείοπρωτότυπο (για έγγραφα, κείμενα) Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάη ξύλινη βάση του χαρταετού Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάπαίκτης με κεντρικό ή ιδιαίτερο ρόλο σε διάφορα παιχνίδια Βικιλεξικό
  5. μεταφορικάη θέση από όπου "ξεκινάει" κάποιος (στα περισσότερα παιχνίδια) Βικιλεξικό
  6. λαϊκότροποπηγή νερού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μάνα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μάννα < μάμμα < αρχαία ελληνική μάμμη. Δείτε και μαμά.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμάναμάνες / μανάδες
Γενικήμάναςμανάδων
Αιτιατικήμάναμάνες / μανάδες
Κλητικήμάναμάνες / μανάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

μανά

επίρρημα
•
  1. στη φράση ξανά-μανά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μανά < ξανά με αντικατάσταση του αρχικού συμφώνου με το μ-

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →